• Κώστας Γαρύφαλλος

Όντα πολλαπλής φύσης,


Όπως είπα, δεν καταφέραμε να φθάσουμε στον κρατήρα, σε αντίθεση με τη φωτιά που κατά περίεργο τρόπο τα κατάφερε. Όταν νύχτωσε, είχαμε απομείνει μια παρέα από τέσσερις εθελοντές πυροσβέστες, τρεις ντόπιοι κι εγώ. Είμαστε μες στην καπνιά, κατάκοποι και καθόμαστε σε κάτι βράχια στα χείλη ενός γκρεμού που η δομή τους θύμιζε κερκίδα θεάτρου. Κάτω από τα πόδια μας το καμίνι παλλόταν· τα απομεινάρια της πυρκαγιάς έκαναν τις τελευταίες απρόβλεπτες διαδρομές τους μες στον αγριότοπο, υπακούοντας στις απρόβλεπτες, μεταβλητές σε ένταση και κατεύθυνση, ανάσες της νύχτας. Ήπιαμε νερό, ξεδιψάσαμε και είχαμε κι άλλο από αυτό το πολύτιμο αγαθό για την αγρυπνία που θα κάναμε. Από νερό ήμασταν εξασφαλισμένοι. Εξάλλου, κάπου εδώ κοντά υπήρχε και πηγή που παρά την ξηρασία, έτρεχε ακόμα λιγάκι. Και περάσαμε στα περαιτέρω. Κάποιος είχε φέρει μαζί του λίγο ψωμί με τυρί που τα μοιραστήκαμε. Ένας άλλος ξηρούς καρπούς, κι ο τρίτος, αυτός που μου είχε δανείσει τη στολή, το καλύτερο: Μια μποτίλια με ρακί που σε λίγο πήγαινε από χέρι σε χέρι. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει μυστηριακή, περίεργη. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι διακυμάνσεις του φωτισμού· πότε βίαια, πότε ειρηνικά, πότε ευγενικά, γεννούσε σκιές και μορφές, τις καταργούσε, τις παραμόρφωνε, τις έπλαθε αλλά και τις αναγεννούσε. Μια ολόκληρη παράσταση, με άγνωστους τους πρωταγωνιστές και τον σκηνοθέτη, δινόταν κάτω μας. Όντα της φωτιάς, προαιώνια θερμικά όντα αόριστης μορφής, σε συμπλοκή και συνεύρεση. Το ρακί είχε εξαίσια γεύση. Ήταν γλυκόπιοτο αλλά και υψηλόβαθμο· λαμπικαρισμένο, όπως το λένε εδώ. Είχαμε αφεθεί στο άγριο θέαμα και στην πλοκή του έργου. Κι ενώ οι πολλαπλές σκιές και οι προβολές των αντικειμένων δεν άλλαζαν θέση με δικαίωμα όμως αυξομείωσης ή κι εξαφάνισης ακόμα, ξάφνου, μια σκιά, μια προβολή έκανε το διαφορετικό: άλλαξε θέση. Το θερμικό ον δανείστηκε κάποια θαμπή μορφή και δραπέτευσε. Σαν κυνηγημένη τεράστια σαύρα πέρασε από τις οθόνες των γκρεμών και γρήγορα κατηφόρισε. Κόκκινη σαύρα, παροδικά σταυροειδής ή σε σχήμα βέλους, χάθηκε στο σκοτάδι που έρεε προς τη θάλασσα. Στην εικόνα εκείνη παραξενεύτηκα πολύ και κοίταξα τους άλλους τρεις. Πριν προλάβω να πω κάτι, αυτός που μου είχε δανείσει τη στολή είπε: «Οι σκιές που γεννιούνται από το φως πυρκαγιάς έχουν περίεργες, απρόβλεπτες ιδιότητες και καμιά φορά φαίνεται πως ξεφεύγουν από τους φυσικούς νόμους. Βασικά όμως, για πλάνη πρόκειται. Τα πολλαπλά είδωλα βλέπετε, οι πολλαπλές εστίες, τα περαστικά πετάσματα του καπνού… Σε τελική ανάλυση, τίποτα δεν ξεφεύγει από τους φυσικούς νόμους. Τίποτε. Τίποτε μα τίποτε…». Συμφώνησα με τα λεγόμενά του και συμπλήρωσα: «Μόνο η ίδια η Φύση ξεφεύγει από τους νόμους της…». Και για να μετριάσω τη βαρύτητα αυτού που είπα, συνέχισα αμέσως εν είδει χιούμορ: «Η σκιά βρίσκεται σ’ έξαψη και πάει προς τη θάλασσα για να δροσιστεί…». Τότε και οι τρεις ξέσπασαν σε δυνατό, συντονισμένο γέλιο και σκέφτηκα πως αυτό που είπα ήταν πολύ πετυχημένο. Άρχισα να γελώ κι εγώ, μεταδοτικό βλέπεις το γέλιο, όμως ο εθελοντής που είχε φέρει τους ξηρούς καρπούς, σταματώντας απότομα το γέλιο του, είπε: «Η σκιά πάει στη θάλασσα για να πεθάνει...». Κι αμέσως μετά, για να μετριάσει τη βαρύτητα αυτού που είπε, συνέχισε λέγοντας: «Η ρεματιά είναι τόσο βαθιά και οι πλαγιές της τόσο απότομες, που ούτε σκιά σ’ έξαψη δεν μπορεί μέσα από κει να φθάσει στη θάλασσα…». Τα γεωφυσικά συμπλήρωσε ο εθελοντής που είχε φέρει το ψωμοτύρι λέγοντας: «Αλήθεια λέει. Πρόκειται γι’ άβατο μέρος μέσα στο οποίο υπάρχουν σημεία που αμφιβάλλω αν έχει πατήσει ποτέ άνθρωπος. Οι ακτές εκεί κάτω, μόνο δια θαλάσσης προσεγγίζονται…». Δεν είπα τίποτε κι έπεσε σιωπή. Συνεχίσαμε να κοιτάμε τα δρώμενα του πυρός, αλλά η σιωπή δεν ταίριαζε στη φάση εκείνη κι έτσι αρχίσαμε να λέμε διάφορες ιστορίες γι’ αγρίους κι εξημερωμένους. Σε κάποια στιγμή ο εθελοντής που είχε φέρει το ψωμοτύρι είπε: «Η φωτιά είναι περίεργο πράγμα. Είναι επιλεκτική ως προς τη ζωή. Δεν την καταστρέφει πάντα. Ενίοτε τη γεννά και τη συντηρεί. Ξέρετε πως μες στη φωτιά μπορούν και ζουν κάποια έντομα; Ο παππούς μου δούλευε στα καμίνια σ’ έναν τόπο μακριά από δω. Έλεγε λοιπόν, κι ορκιζόταν γι’ αυτό, πως μερικές φορές μες στις φλόγες του καμινιού είχε δει να πεταρίζουν κάποια αλλόκοτα ζωύφια τα οποία και πέθαιναν μόλις τολμούσαν να εξέλθουν από τη φωτιά…». Σταμάτησε εκεί και οι υπόλοιποι της παρέας τον κοιτάξαμε παραξενεμένοι. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να του πω: «Δεν μπορώ παρά να σε πιστέψω. Αφού υπάρχουν ζώα της γης, του νερού και του αέρα, θα υπάρχουν και ζώα της φωτιάς. Η φύση αρέσκεται στις συμμετρίες. Και για να το πάω πιο πέρα, υπάρχουν και ζώα διπλής δυνατότητας επιβίωσης· αυτά το έχουν δίπορτο· μπορούν και ζουν σε δύο από τα βασικά στοιχεία που απαρτίζουν τον Κόσμο, π.χ. τα αμφίβια και…». Το απρόβλεπτο, δυνατό τους γέλιο, διέκοψε το φιλοσοφικό μου παραλήρημα κι αυτός που μου είχε δανείσει τη στολή έκανε μια αξιοσημείωτη ερώτηση: «Τι λες, ζώα τριπλής δυνατότητας επιβίωσης, υπάρχουν;». Απάντησα άμεσα, με σταθερή φωνή που δήλωνε βεβαιότητα και πίστη: «Φυσικά. Ξέρω μάλιστα ένα τουλάχιστον πενταπλής δυνατότητας (μπορεί και ζει στον αέρα, στο νερό, στον αριθμό, στο πυρ, στο λόγο…) άρα και τετραπλής και τριπλής και διπλής και μονής και μηδενικής δυνατότητας. Τον άνθρωπο…». Μετά από αυτό δεν γέλασαν κι ομολογώ πως δεν το περίμενα, αντ’ αυτού δε, ο εθελοντής των ξηρών καρπών άρχισε ν’ απαγγέλλει κάτι σχετικό σαν σε υπαίθρια ποιητική βραδιά, συνεχίζοντας κι εμβαθύνοντας στο θέμα ή κοροϊδεύοντάς με για την απάντησή μου περί του πενταπλού του ανθρώπου:

«Είδα ανθρώπους,

μέσα σε φρικτές κι εκτεταμένες πυρκαγιές,

υλικών και μη·

να μην καίγονται,

αλλά να τρώνε λαίμαργα τις αδηφάγες φλόγες,

να τις ξερνούν κατόπιν,

ανάβοντας νέες πυρκαγιές.

Το πυρ σε αέναη περίσσεια·

υπέθεσα.

Είδα ανθρώπους ένα με το έδαφος,

βουλιμικούς να τρώνε το χώμα·

με συστοιχίες ολόλευκων κυνοδόντων

να ροκανίζουν τα μάρμαρα και τους βασάλτες.

Είδα ανθρώπους να ρουφούν τον άνεμο

κι ο άνεμος να μην τους φθάνει·

τους είδα να φουσκώνουν και να εκρήγνυνται

αναγκάζοντας τους εχθρούς να υποχωρήσουν.

Είδα ανθρώπους καταμεσής των ωκεανών,

να πλέουν,

να βυθίζονται και να πνίγονται

κάτω από ουρανούς άγνωστης ανατομίας

και περιεχομένου.

Τους είδα,

κάτω από ολόλευκους εκκωφαντικούς καταρράκτες

να λούζονται στη θεία γονόρροια

με ορθάνοικτο το κεχριμπαρένιο ράμφος τους·

αδύναμοι άτριχοι νεοσσοί

την τροφή να περιμένουν.

Τους είδα,

μέσα σε απέραντες αποθήκες μάννα·

τους είδα,

τις αποθήκες των ιδεών να φρουρούν

με τόξα, οπλοπολυβόλα

κι αυτοματοποιημένα κυκλώματα.

Είδα ανθρώπους στο μηδέν να κατοικούν

να τρέφονται από την περίσσεια του κενού

να ευημερούν και να τέρπονται·

ολοταχώς να πληθύνονται

για να γεμίσουν τι;…».

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Λιποτάχτες κι Εθελοντές. Εκδόσεις «Θερμαϊκός»

32 views
© 2020 by Costas Garifallos